Βιβλίο

«Η εποχή των θαυμάτων» (αυτοβιογραφικά και άλλα)

Η εποχή της τζαζ, η χαμένη γενιά των Αμερικάνων λογοτεχνών, η δεκαετία του ’20. Μια δεκαετία που για πολλούς απαντούσε στη λέξη παράδεισος. Η γενιά των Ε.Ε.Κάμινγκς,  Ε. Χέμινγουεϊ, Β. Τόμσον και φυσικά του Σκοτ Φιτζέραλντ, κύριο εκπρόσωπο αυτής της γενιάς, που πρώτη η Γερτρούδη Στάιν αποκάλεσε « χαμένη γενιά». Ήταν αυτοί που έπεσαν στη παγίδα του χρόνου, αυτοί που έμειναν νέοι για μεγάλο διάστημα.

Ο προσωπικός μύθος του Φιτζέραλντ δομήθηκε, με τον από μικρή ηλικία αλκοολισμό του, τον ιδεαλισμό της εποχής του, το θάρρος και την απλότητα. Θαύμασε τον Χέμινγουεϊ, σε σημείο να τον θεωρεί «τη μόνη αυθεντική μεγαλοφυΐα της γενιάς του». Ο άμετρος αυτός θαυμασμός, πολλές φορές σε βάρος του δικού του ταλέντου, δε θα μπορούσε να μην έχει ψυχολογικά αίτια και την ανάλογη επίδραση στο έργο του.

b8437

Εκδόσεις Printa

Με το να εναποθέτει το ταλέντο μιας  γενιάς σε ένα άτομο, αυτόματα το στερούταν ο ίδιος, απάλλασσε τον εαυτό του από το ‘χρέος’ της δημιουργίας σπουδαίων έργων  (αυτά θα τα έκανε ο Έρνεστ) και έχοντας απωθήσει τις όποιες ενοχές, μπορούσε πλέον να στοχεύσει σε μια άλλη χρησιμοθηρική λογοτεχνία.

Όπως γράφει ο G. Westcott  «όχι μόνο έλεγε, αλλά νομίζω πραγματικά πίστευε πως ο Χέμινγουεϊ ήταν ασυναγώνιστος και πολύ σπουδαιότερος του. Από τη στιγμή που ο Χέμινγουεϊ άρχισε να δημοσιεύει, πολύ λίγη σημασία είχε ίσως, τι θα έγραφε ή τι θα παρέλειπε να γράψει ο ίδιος. Ένιωθε ελεύθερος να γράφει μόνο για τα χρήματα και να ζει για τη χαρά της ζωής, αν κάτι τέτοιο είναι δυνατόν»

Η αδυναμία να αναγνωρίσει το ταλέντο του σε καμία περίπτωση δε στερεί τη λογοτεχνική σημασία των μεγάλων του έργων. Μέχρι το θάνατό του στα σαράντα τέσσερα, δημοσίευσε τέσσερα μυθιστορήματα και πλήθος διηγημάτων. «Η εποχή των θαυμάτων», ένα βιβλίο με δύο μέρη. Το πρώτο αποτελείται από αυτοβιογραφικά κείμενα και το δεύτερο περιλαμβάνει πέντε εξαιρετικές νουβέλες.

Στα αυτοβιογραφικά κείμενα εγκλωβίζει φωτογραφικά, την εποχή της τζαζ, των δυνατών προβολέων και των φώτων που τρεμοπαίζουν στο σκοτάδι, την εποχή των ωραίων νέων προσώπων και αυτών που πιστεύουν  πως αυτή η γενιών των νέων, είναι μια ψευδής αντανάκλαση, τα  ¨κάποια¨ ιδανικά του όλο αντιθέσεις Αμερικάνικου ονείρου. «Ήταν μια εποχή θαυμάτων, μια εποχή τέχνης, ήταν μια εποχή υπερβολής, και ήταν μια εποχή σάτιρας». Μέχρι η τζαζ να εξασφαλίσει τη θέση που έχει σήμερα, σήμαινε πρώτα σεξ (είχε συνδεθεί με τη σεξουαλική απελευθέρωση), έπειτα χορό και τέλος μουσική, ταυτίστηκε με μια κατάσταση συνεχούς νευρικού ερεθισμού των μεγαλουπόλεων.

Ο πόλεμος σημάδεψε αυτή τη γενιά. Το 1917 ο Φιτζέραλντ κατατάχθηκε στον αμερικάνικο στρατό. Το απραγματοποίητο όνειρο του να βρεθεί στα χαρακώματα είναι διάχυτο στο έργο του. Έχει μια ρομαντική, ίσως ιδεαλιστική ιδέα του πολέμου και όπως τονίζει ο Westcott « πόλεμος δε σημαίνει μόνο να πεθαίνεις αλλά και να σκοτώνεις», μια λεπτομέρεια που μάλλον ο Φιτζέραλντ απωθούσε πεισματικά.

Τα αυτοβιογραφικά αυτά κείμενα, έχουν πολλές αναφορές λογοτεχνικών αριστουργημάτων της εποχής, Οδυσσέας 1921, Ο Σεΐχης 1922, Το πράσινο καπέλο 1924, Ο εραστής της Λαίδης Τσάττερλυ 1928. Μια σειρά μυθιστορημάτων που όπως φαίνεται «αποκατέστησαν την αξιοπρέπεια του αντρικού φύλου, σε αντίθεση με τον Αμερικάνικο υπερ-άντρα». Ο οποίος για τη Στάιν «Δεν είναι μια αρκετά μεγάλη παραγγελία ώστε να χωρέσει τις διαστάσεις όλων των σημασιών που είχε η λέξη ‘άντρας’ στο παρελθόν; Ακούς εκεί, ‘υπερ-άντρας’!»

Όταν ο Φρόυντ και ο Γιούνγκ αντίκρισαν το λιμάνι της Αμερικής είπαν «που να ήξεραν ότι τους φέρνουμε την πανούκλα». Πράγματι η ψυχανάλυση  επηρέασε άμεσα τον μέσο Αμερικάνο, σε διαστάσεις πανούκλας! «Τα αζήτητα κορίτσια.., διάβαζαν Φρόυντ και ο Γιούνγκ  αναζητώντας τη διανοητική τους ανταμοιβή και επέστρεφαν κλαίγοντας στην καθημερινή φθορά».

Η βία ήταν μια καθημερινή κατάσταση, άνθιζε μαζί με την οικονομία, ήταν ένα τόσο ‘καλό’ δείγμα της αστικής πραγματικότητας. Η μοναξιά και η απόγνωση συνόδευαν την κρίση ταυτότητας που είχε πάρει μαζικές διαστάσεις, «άρχισα να ουρλιάζω γιατί είχα κάθε τι που ήθελα και ήξερα πως δε θα είμαι ποτέ πια τόσο ευτυχισμένος».

Σταδιακά άρχισαν να αφήνουν στην άκρη το ρόλο του παρατηρητή, υιοθετούσαν μια παθητική τάση εκείνου που τον παρατηρούν, με πρόσχημα τη διατήρηση μιας ήδη χαμένης αθωότητας. Επικρατούσε μια γενική νεύρωση που οδηγούσε σταθερά στην  υστερία. Η εποχή της τζαζ είχε την ‘τύχη’  να αποδομήσει τα σταθερά σημεία της γενιάς του ’20. Σύμβολα μεταβάλλονταν σε αναμνήσεις και κοινοτοπίες.

Αυτοβιογραφούμενος  ο Φιτζέραλντ τολμάει να (ανα)βαπτιστεί ‘Σπατάλη’. Εύκολα συνδέουμε αυτή την (ανα)γέννηση με τη Νιτσεϊκή σπατάλη λόγου των καλλιτεχνών. Τη μοναδική σπατάλη της γλώσσας. Ήταν πράγματι μια γενιά που δοκίμαζε τα όρια της γλώσσας, τα έσπαγε και δημιουργούσε κάτι ποιοτικά νέο.

Ο Φιτζέραλντ μέσα σε μια νύχτα, τη στιγμή της δημοσίευσης του πρώτου του μυθιστορήματος, έγινε από ερασιτέχνης, συγγραφέας. Έζησε την πραγμάτωση του ονείρου, με ότι αυτό συνεπάγεται.

Ένα από τα κείμενα είναι το «The crack-up». Με αυτό ολοκληρώνει το τρίτο στάδιο του προσωπικού του ραγίσματος. Το πρώτο ήταν με το «Ο Μεγάλος Γκάτσμπυ» και το επόμενο με το «Τρυφερή είναι η νύχτα». Το ράγισμα ολοκληρώνεται σωρευτικά από πλήθος αιτιών. Χρόνια υπερ-κόπωση, οικονομικά προβλήματα, εμπορική αποτυχία, αλκοολισμός, η ψυχική ασθένεια της γυναίκας του. Γραμμένο σε εξομολογητικό τόνο το κείμενο προσέλκυσε πάλι το αναγνωστικό ενδιαφέρον, αμφισβητώντας το βάθος του ραγίσματος. Όπως λέει ο ίδιος «το ράγισμα είναι για αυτούς που στα σαράντα τους διαπιστώνουν ότι το καπέλο του ταχυδακτυλουργού ήταν άδειο».

Λένε πως ο Φιτζέραλντ ήταν ο Γκάτσμπυ, καταχρηστικά μπορούμε να πούμε πως «το ράγισμα» είναι η γενιά του ΄20, η εποχή της τζαζ. Με ύφος εύκολο, εξομολογητικό, σε προσωπικό τόνο πολλές φορές (χρήση α΄ ενικού), γοητευτική έκφραση χωρίς περιττές φιοριτούρες κατάφερε να αποδώσει τις αντιφάσεις των ‘πραγματικοτήτων’ της εποχής του.