Βιβλίο

«Η μικρή Μπιζού»

Ένας αφηγητής που αφηγείται τις μνήμες μιας αφηγήτριας που θυμάται, μπλεγμένος χωροχρόνος, με απρόοπτες αλλαγές που σε μεταφέρουν από τη μνήμη στο παρόν και από το παρόν σε ένα κατασκευασμένο παρελθόν. Με φόντο το ημίφως του Παρισιού, τις αποβάθρες των τρένων, τα καφέ και τους τηλεφωνικούς θαλάμους, ο Πατρίκ Μοντιανό σκηνογραφεί ένα άψογο μυθιστόρημα.

Ο χρόνος της αφήγησης παραμένει πάντα άγνωστος, ποτέ δε δηλώνεται ξεκάθαρα, αφήνει ίχνη που επιτρέπουν στον αναγνώστη να τον ψηλαφίσει. Ο δεύτερος χρόνος, αυτός της δράσης, ο χρόνος που η μικρή Μπιζού συναντάει πρόσωπα και αναδομεί το παρελθόν. Έπειτα ο χρόνος της μνήμης, τότε που η Τερέζα έγινε η μικρή Μπιζού, η εποχή του κατεχόμενου Παρισιού.

Ένας συνεχής κύκλος, επαναλαμβάνει την ιστορία της μικρής Μπιζού (μέσα από το κοριτσάκι που ζει στο Δάσος της Βουλώνης). Θυμάται και (ανα)κατασκευάζει το δικό της παρελθόν. Κάνει μια επιστροφή στο παρελθόν περιφρονώντας τη διαδικασία επούλωσης τραυμάτων, τις περισσότερες φορές απλώς ανακαλύπτει καινούρια, βρίσκει έναν τρόπο εντοπισμών τους.

Είναι ακόμα το παιδί που περιμένει έξω από μια πόρτα, κλαίει απαρηγόρητο για κάτι που ξέχασαν να του εξηγήσουν, για το “γιατί” που δεν άκουσε ποτέ. Ένα παιδί που ακολουθεί μια γυναίκα με ένα κίτρινο φόρεμα, τη γυναίκα που του θυμίζει τη μητέρα του. Πλάθει τη στιγμή της συνάντησης, δημιουργεί τους διαλόγους και αφηγείται το παρελθόν.

Τη βλέπει πίσω από το τζάμι του τηλεφωνικού θαλάμου, φαντάζεται την φωνή της, ο ήχος ποτέ δε φτάνει στ’ αφτιά της, κυριαρχεί η σιωπή. Η ομιλία χάνεται στο ακουστικό του τηλεφώνου, παραμορφώνεται από το μέσο αλλά σε αυτή φτάνει μόνο η σιωπή μπροστά από το τζάμι.

Πίσω από τις αλλαγές του χρόνου, η ιστορία ακολουθεί έναν σταθερό κύκλο που βυθίζει τον αναγνώστη σε μια κατάσταση συνεχούς ανησυχίας, έναν φόβο για το φόβο, είναι ένας noir εφιάλτης, όπου το μόνο θύμα είναι αυτό που η μικρή Μπιζού προσπαθεί να κάνει στη μικρή Μπιζού.

Λίγο πριν κλείσει ο κύκλος -σπάει- ο χρόνος διαλύεται, παράγει. Κλίνει με την (ανα)γέννηση. Τοποθετεί την Τερέζα στην αρχή μιας τελείως διαφορετικής πορείας ενός ποιοτικά νέου χρόνου, ανεξάρτητο του προηγούμενου.

Η μνημοτεχνική είναι κύριο χαρακτηριστικό της γραφής του Μοντιανό. Η νοσταλγία στα βιβλία του εμφανίζεται ως μορφή μελαγχολίας. Η ατμόσφαιρα του κειμένου του είναι σχεδόν μεθυστική και η γραφή του σε πολλά σημεία ξεπερνάει τα όρια του πεζού λόγου και συνθέτει ποιητικές εικόνες.

Στο τέλος του βιβλίου υποπτεύομαι πως ο αναγνώστης θα έχει μια ικανοποιητική εξήγηση γιατί η Σουηδική ακαδημία επέλεξε να τιμήσει το 2014 τον Πατρίκ Μοντιανό με το βραβείο Νόμπελ. Ο εβδομηντάχρονος συγγραφέας μέχρι τότε παρέμενε άγνωστος στο αγγλόφωνο κοινό. Δεν έπαυε όμως να έχει πιστούς αναγνώστες και να θεωρείται δίκαια ένας από τους σημαντικότερους Γάλλους συγγραφείς. Είναι ένας δραστήριος συγγραφέας, το πρώτο του έργο το ολοκλήρωσε στα 23 και μέχρι σήμερα έχει γράψει 30 βιβλία εκ των οποίων τα 10 έχουν μεταφραστεί στα Ελληνικά.